Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το κτίριο της ΓΑΔΑ, στους Αμπελοκήπους, υπήρχε κάποτε μια μεγάλη μάντρα. Ένα υπαίθριο παζάρι κάρβουνου, όπου συναντιούνταν οι άνθρωποι που κατέβαιναν από τα Μεσόγεια με τους ταβερνιάρηδες της Αθήνας.

Οι καρβουνιάρηδες ξεφόρτωναν την πραμάτεια τους και οι καραγωγείς με τα βαρέλια του μούστου και του κρασιού συνέχιζαν προς τις ταβέρνες της πρωτεύουσας.

Την εικόνα αυτή διασώζει ο ιστορικός και συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσοπάνης, στο βιβλίο του «Αρβανίτικα Ζακόνια, Τα Λαογραφικά των Μεσογείων», μέσα από την αφήγηση του μπάρμπα Σιδέρη Πετρολιάγκη, ενός από τους τελευταίους καραγωγείς των Μεσογείων.

Είναι μια μαρτυρία για τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων που συνέδεαν τα αμπέλια και την παραγωγή των χωριών με την αγορά της Αθήνας. Μια διαδρομή που σήμερα δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε πόση δύναμη, αντοχή και προσοχή απαιτούσε.

Έφευγαν νύχτα για να προλάβουν την Αθήνα

Η μεταφορά του μούστου και του κρασιού γινόταν με μεγάλα βαρέλια φορτωμένα στα κάρα. Το τρένο, σύμφωνα με την αφήγηση του Πετρολιάγκη, ήταν ακριβό και δεν εξυπηρετούσε τις πρακτικές ανάγκες αυτής της δουλειάς.

Οι καραγωγείς ξεκινούσαν νύχτα από το χωριό. Για να φτάσουν στην Αθήνα χρειάζονταν, όπως θυμόταν, έξι ώρες με το άλογο και εννέα με τα πόδια.

Το κάρο δεν είχε σούστες. Πάνω του βρισκόταν ένα βαρέλι με 500 οκάδες κρασί, ενώ οι λακκούβες και οι πέτρες μετέτρεπαν κάθε χιλιόμετρο σε δοκιμασία για άνθρωπο, ζώο και φορτίο. «Η μεταφορά όμως με το άλογο ήταν εξόντωση», αφηγούνταν χαρακτηριστικά.

Ο θόρυβος του κάρου και η σκόνη που σήκωνε συνόδευαν το ταξίδι. Η εικόνα είχε περάσει ακόμη και στα αρβανίτικα τραγουδάκια της εποχής, αποτυπώνοντας μια καθημερινότητα γνώριμη στους κατοίκους των Μεσογείων.

Οι ληστές, το κρύο και η ανάσα στο χάνι

Στη διαδρομή προς την Αθήνα, η αφήγηση αναφέρει το Μαρκόπουλο, το Κορωπί, το Λιόπεσι, την Μπαλλάνα, το Χαρβάτι και τη Λυκάνουρα. Στον Σταυρό, πριν από την Αγία Θέκλα, βρισκόταν ο Φόρος, όπου φορολογούνταν τα μεταφερόμενα προϊόντα.

Μέχρι να φτάσουν εκεί, όμως, οι δυσκολίες ήταν πολλές. Στα πυκνά πεύκα υπήρχε ο φόβος των ληστών, ενώ το κρύο που κατέβαινε από την Πεντέλη πάγωνε τους ανθρώπους πάνω στα κάρα.

Πολύτιμη στάση αποτελούσε το Χάνι του Λαγού, μετά το Λιόπεσι. Εκεί μπορούσε να ξεπιαστεί ο καραγωγέας και να ξεκουραστεί το άλογο. Έπρεπε να το σκουπίσει από τον αφρό, να το προφυλάξει από το κρύο και να του βάλει τροφή. Αν το ζώο είχε κουτσαθεί ή δεν μπορούσε να συνεχίσει, υπήρχε ακόμη και η δυνατότητα να το αλλάξει.

Στο χάνι συναντιούνταν μεταφορείς από διαφορετικά χωριά, φορτωμένοι με μούστο, κρασί, κάρβουνα και άλλα προϊόντα. Έπειτα συνέχιζαν μαζί μέσα από το δάσος, αναζητώντας στην παρέα μεγαλύτερη ασφάλεια.

Όπως έλεγε ο λάλε Λιόλι Γκίκας, σύμφωνα με τη μαρτυρία: «Οι πολλοί παίρνουν την Πόλη, και τον έναν οι διαβόλοι!».

Το παζάρι στη θέση της σημερινής ΓΑΔΑ

Φτάνοντας στους Αμπελοκήπους, οι δρόμοι των μεταφορέων χώριζαν ανάλογα με το φορτίο τους.

Στη μεγάλη μάντρα, στον χώρο που η αφήγηση τοποθετεί εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το κτίριο της Αστυνομίας, οι καρβουνιάρηδες ξεφόρτωναν τα κάρβουνα. Ανάμεσά τους ήταν ο Λευτέρης Στουραΐτης από τον Κουβαρά, καθώς και άλλοι άνθρωποι που έφερναν την παραγωγή τους στην Αθήνα.

Οι ταβερνιάρηδες της «Χώρας», όπως αποκαλείται η Αθήνα στη μαρτυρία, έρχονταν εκεί για να αγοράσουν κάρβουνα χονδρικής και να τα μεταπωλήσουν λιανικά στις ταβέρνες τους.

Το κρασί και ο μούστος, ωστόσο, είχαν διαφορετικό προορισμό. Οι καραγωγείς συνέχιζαν ο καθένας προς την ταβέρνα που περίμενε το φορτίο του. Εκεί άδειαζαν το περιεχόμενο στα βαρέλια του καταστήματος, πληρώνονταν και έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής.

Στόχος τους ήταν να ξεκινήσουν πριν πέσει η νύχτα. Το άδειο κάρο κυλούσε πλέον γρηγορότερα, αλλά τους περίμεναν και πάλι ώρες στον δρόμο.

Από το κάρο στα φορτηγά

Αργότερα ήρθαν τα φορτηγά, τα «εγγλέζικα» και τα «Τζέημς», όπως τα θυμόταν ο Πετρολιάγκης, με το τιμόνι στην αντίθετη πλευρά. Μετέφεραν ένα, δύο ή τρία βαρέλια, τα οποία γέμιζαν στα Μεσόγεια και άδειαζαν στις αθηναϊκές ταβέρνες.

Η αλλαγή αυτή ελάφρυνε μια εξαντλητική δουλειά. Πίσω της έμειναν οι νυχτερινές αναχωρήσεις, τα βαριά κάρα, οι στάσεις στα χάνια και οι παρέες που σχηματίζονταν για να περάσουν με ασφάλεια το δάσος.

Και μαζί τους, η εικόνα μιας άλλης Αθήνας: με μια μάντρα κάρβουνου στη θέση της σημερινής ΓΑΔΑ και τους καραγωγείς των Μεσογείων να περνούν από τους Αμπελοκήπους, μεταφέροντας στις ταβέρνες τον κόπο και το κρασί του τόπου τους.

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Πολιτισμός

Παραπολιτικα

Υγεία Επιστήμη

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr