Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Ο καλός καιρός στην Αττική το πρωινό της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν προμήνυε τη θύελλα που θα ακολουθούσε.

Στα Μεσόγεια, η καθημερινότητα είχε ήδη αρχίσει: παιδιά πήγαιναν στο σχολείο, αγρότες δούλευαν στα χωράφια και τα χωριά ξυπνούσαν για μια ακόμη φθινοπωρινή μέρα. Μέχρι που οι καμπάνες και μια λέξη, που περνούσε από στόμα σε στόμα, άλλαξαν τα πάντα: «Πόλεμος»!

Στα μεσογείτικα χωριά μπορεί να μην υπήρχαν οι σειρήνες της πρωτεύουσας, υπήρχαν όμως οι καμπάνες των εκκλησιών. Το χτύπημά τους έβγαζε τους ανθρώπους από τα σπίτια και τις δουλειές τους, για να μάθουν τι είχε συμβεί.

Η Ιταλία είχε επιτεθεί στην Ελλάδα. Το τελεσίγραφο είχε απορριφθεί και η επιστράτευση μετέτρεπε μέσα σε λίγες ώρες τους νέους των χωριών σε στρατιώτες που θα έπαιρναν τον δρόμο για το μέτωπο.

Οι κάτοικοι των Μεσογείων γνώριζαν τι σήμαινε πόλεμος. Οι παλαιότεροι είχαν ζήσει τις προηγούμενες πολεμικές περιπέτειες, ενώ μόλις δεκαοκτώ χρόνια χώριζαν εκείνο το πρωινό από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Για τους πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή, ο ξεριζωμός ήταν ακόμη μια ανοιχτή πληγή.

Κι όμως, μέσα στην αναστάτωση, ξεχώριζε η αποφασιστικότητα. Οι μαρτυρίες από το Κορωπί διασώζουν εικόνες ανησυχίας και ζωηρών συζητήσεων, αλλά και νέων που ετοιμάζονταν να φύγουν τραγουδώντας.

Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Γιάννη Πρόφη

Αυτές τις εικόνες είχε συγκεντρώσει για το notioanatolika.gr ο αείμνηστος Γιάννης Πρόφης, ένας από τους κορυφαίους λαογράφους, ιστορικούς ερευνητές και εικαστικούς των Μεσογείων. Με τη γνώση και την ιδιαίτερη ματιά του, αποτύπωσε την πρώτη ημέρα του πολέμου στο Κορωπί μέσα από τις αναμνήσεις δύο ανθρώπων που την είχαν ζήσει ως παιδιά.

Οι μαρτυρίες δημοσιεύθηκαν το 2018, εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τα γεγονότα. Ο Ευάγγελος Αθ. Παπαμιχάλης, γνωστός ως «Γκελο-Γκάτσης», ήταν τότε 88 ετών και ο Δημοσθένης Βασιλείου, γνωστός ως Παπακωνσταντίνου, 89.

Ο Πρόφης δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Το έργο του, όμως, διαφυλάσσει πολύτιμες ψηφίδες της τοπικής ιστορίας: τις φωνές των ανθρώπων, τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και τις εικόνες μιας κοινωνίας που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στον πόλεμο.

Ο Ευάγγελος Παπαμιχάλης ήταν δέκα χρόνων, μαθητής της τετάρτης δημοτικού. Εκείνο το πρωί πήρε τη σάκα του και πήγε στο σχολείο, όπως κάθε Δευτέρα.

Θυμόταν τους δασκάλους του, τον κύριο Μίχα, τον κύριο Ζωίτσα και την κυρία Αυρηλία. Όταν χτύπησε το κουδούνι και συγκεντρώθηκαν τα παιδιά, ο κύριος Ζωίτσας τους ανακοίνωσε ότι δεν θα γινόταν μάθημα, επειδή η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την Ιταλία, και τους έστειλε στα σπίτια τους.

Τα παιδιά, όμως, δεν επέστρεψαν αμέσως. Περιπλανήθηκαν στους δρόμους, παρατηρώντας τους μεγάλους που είχαν βγει από τα σπίτια και συζητούσαν ζωηρά.

Στη μνήμη του Παπαμιχάλη έμειναν οι στεναχωρημένοι άνθρωποι, αλλά κυρίως τα παλληκάρια που δεν έδειχναν φοβισμένα. Καθώς περνούσε η μέρα, έβλεπε παρέες νέων να γελούν, να τραγουδούν και να ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για τα σύνορα με την Αλβανία.

Από τα χωράφια στην επιστράτευση

Ο Δημοσθένης Βασιλείου, έντεκα χρόνων τότε, δεν είχε πάει εκείνη τη μέρα στο σχολείο. Ο πατέρας του τον χρειαζόταν για να οργώσουν με το άλογό τους ένα χωράφι στο αλώνι του Παπανικόλα, στην περιοχή της σημερινής οδού Κύπρου, όπου καλλιεργούσαν σπανάκι, κρεμμύδια και σκόρδα.

Γύρω στις οκτώ το πρωί είδαν αεροπλάνα πάνω από το Μαυροβούνι και άκουσαν κρότους. Από περαστικούς είχαν ήδη πληροφορηθεί την ιταλική επίθεση στα σύνορα.

Ο πατέρας του απέδωσε τους ήχους σε ιταλικά κανόνια στον Πειραιά. Η εξήγηση αυτή αποτυπώνει την αβεβαιότητα εκείνων των πρώτων ωρών, όταν οι ειδήσεις έφταναν αποσπασματικά και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε.

Ο Βασιλείου θυμόταν τους κατοίκους στις αυλόπορτες, θυμωμένους με τους Ιταλούς, και τους άνδρες που αναχωρούσαν για την Αθήνα με λεωφορεία και φορτηγά. Ανάμεσά τους ήταν και νεαρά παιδιά, δεκαοκτώ και είκοσι χρόνων, τα οποία, όπως διηγούνταν, έφευγαν με ενθουσιασμό, ορισμένα χωρίς να γνωρίζουν ακόμη αν είχαν κληθεί επίσημα.

Στα σπίτια, σύμφωνα με τη δική του ανάμνηση, οι αποχαιρετισμοί συνοδεύονταν από ευχές να προσέχουν και να επιστρέψουν ζωντανοί. Εκείνοι υπόσχονταν ότι θα νικούσαν και θα γύριζαν σύντομα στο χωριό.

Η επιστράτευση δεν αφορούσε μόνο τους ανθρώπους. Ο στρατός χρειαζόταν άλογα, μουλάρια και τα λιγοστά φορτηγά που υπήρχαν τότε στο Κορωπί.

Ο Παπαμιχάλης περιέγραφε την αυλή του Γυμνασίου ως σημείο συγκέντρωσης των ζώων. Εκεί τα κατέγραφαν, τους έδιναν αριθμό και παρέδιδαν στους ιδιοκτήτες αποδεικτικό παραλαβής. Μαζί με το ζώο, ο ιδιοκτήτης έφερνε το «σανοτσούβαλο» γεμάτο καρπό και ένα εφεδρικό πέταλο.

Όσοι επιστρατεύονταν και είχαν άλογο ή μουλάρι το έπαιρναν μαζί τους στο Κέντρο Διερχομένων του Ρουφ. Εκεί θα παραλάμβαναν στρατιωτικά ρούχα και θα μάθαιναν πού έπρεπε να παρουσιαστούν.

Στη μνήμη του μικρού τότε μαθητή είχε μείνει ένα φορτηγό γεμάτο όρθια παλληκάρια που τραγουδούσαν και χαιρετούσαν. Ανάμεσα στους άνδρες που θυμόταν να παρουσιάζονται ήταν ο μαθηματικός Βίκτωρας Τζάθας, ο Κώστας Λέκκας, γνωστός ως Ζορμής, ο Γιώργος Κ. Κωσταντή, ο Παναγιώτης Κιούσης και ο Σταύρος Ιω. Τσούρης.

Οι μικρές ιστορίες που κράτησε η μνήμη

Μέσα στις αφηγήσεις διασώθηκαν και ιστορίες για τα ζώα που ακολούθησαν τους ανθρώπους στον πόλεμο. Ο Γιώργος Κ. Κωσταντή είχε ένα μουλάρι που το έλεγαν «Πόπη», ενώ το μουλάρι του Σταύρου Τσούρη ξεχώριζε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, για την ηρεμία του.

Ο Παπαμιχάλης θυμόταν ότι το έβαζαν μπροστά, επειδή δεν φοβόταν. Ο Σταύρος Τσούρης επέστρεψε τελικά στο Κορωπί μαζί με το ίδιο ζώο.

Ο Δημοσθένης Βασιλείου θυμόταν επίσης τον Μήτσο του Γιαν’ Παπακώστα, που είχε εργαστεί ως επιστάτης στον ΑΟΚ. Εκείνος γύρισε με άλλο μουλάρι από αυτό που είχε πάρει μαζί του και το φώναζε «Μανταλένα».

Αυτές οι λεπτομέρειες δίνουν ανθρώπινο πρόσωπο στην Ιστορία. Πίσω από την επιστράτευση υπήρχαν οικογένειες, σχολικές σάκες, χωράφια που έμεναν πίσω, ζώα απαραίτητα για την επιβίωση και νέοι που αποχαιρετούσαν τον τόπο τους χωρίς να γνωρίζουν πότε θα τον ξανάβλεπαν.

Ο ίδιος ο Γιάννης Πρόφης επισήμαινε τα όρια των παιδικών αναμνήσεων. Οι αφηγητές μπορούσαν να αγνοούν λεπτομέρειες ή να είχαν ερμηνεύσει λανθασμένα όσα άκουγαν τότε. Η αξία των διηγήσεών τους βρισκόταν κυρίως στην ατμόσφαιρα, στα συναισθήματα και στις εικόνες που είχαν κρατήσει.

Και αυτές οι εικόνες παραμένουν ζωντανές: οι καμπάνες, το σχολείο που άδειασε, οι συζητήσεις στις αυλόπορτες, οι παρέες πάνω στα φορτηγά. Ένα συνηθισμένο φθινοπωρινό πρωινό είχε γίνει, μέσα σε λίγες ώρες, η πρώτη ημέρα μιας δοκιμασίας που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή στα Μεσόγεια.

Περιφέρεια

Αυτοδιοίκηση

Αθλητικά

Πολιτισμός

Παραπολιτικα

Υγεία Επιστήμη

Τετράποδες Ιστορίες

Καιρός

notioanatolika.gr