Date2

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2021 00:17:53

rss

αναζήτηση

makripano

Ολοκαύτωμα Κορωπίου: Η συγκλονιστική μαρτυρία Κορωπιώτισσας που το έζησε στιγμή προς στιγμή

Αλλάξτε μέγεθος

germ na

Μια νέα ιδιαίτερα σημαντική μαρτυρία για τα όσα συνέβησαν στο Κορωπί και οδήγησαν στη σφαγή δεκάδων Κορωπιωτών αλλά και στην καταστροφή της πόλης, αποκάλυψε η Ομάδα Ερευνητών η οποία απαρτίζεται από διακεκριμένες προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας και συγκεκριμένα τους Γιώργο Κόλλια, μηχανολόγο – ηλεκτρολόγο μηχανικό του ΕΜΠ, Νικόλαο Λάζαρη, αντιστράτηγο ε.α., Γιώργο Ντούνη, αντιναύαρχο ε.α., Δημήτρη (Τάκη) Πρόφη, οικονομικό σύμβουλο και Θανάση Πουλάκη, ταξίαρχο ε.α..

Παρουσίασαν λοιπόν δημοσίευμα της εφημερίδας στο φύλλο της τής 7ης Οκτωβρίου 1945 – ένα χρόνο δηλαδή μετά την τραγωδία – στο οποίο μία αυτόπτης μάρτυς, η Μαίρη Γκίκα Ρομπόκου «εθελοντίς αδελφή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού», περιγράφει ανάγλυφα όσα προηγήθηκαν της καταστροφής αλλά και τις ώρες της σφαγής που βύθισε στο πένθος όλο το Κορωπί.

Στη σελίδα 3 του φύλλου της Κυριακής 7ης Οκτωβρίου 1945, υπάρχει δημοσίευμα με τίτλο «Πώς οι Γερμανοί έκαψαν το Κορωπί», υπέρτιτλο «Προ ενός ακριβώς έτους, σαν αύριο» και υπότιτλο «Δραματική αφήγησις μιας αυτόπτου μάρτυρος» που δεν είναι άλλη από τη Μαίρη Γκίκα – Ρομπόκου η οποία την εποχή των γεγονότων ήταν 31 ετών.

Αναφέρεται λοιπόν επί λέξει στο δημοσίευμα:

«Εις το Κορωπί οργανούται σήμερον υπό της κοινότητος και επί τη συμπληρώσει από της καταστροφής της πόλεως υπό των Γερμανών έτους, επιβλητικόν μνημόσυνον των σφαγιασθέντων, εις το οποίον εκλήθησαν όπως παραστούν και οι επίσημοι.

Όπως είναι γνωστόν την 8ην Οκτωβρίου π.ε. (σ.σ.: παρελθόντος έτους) εξ αφορμή του φόνου υπό ανταρτών του ΕΛΑΣ τεσσάρων Γερμανών στρατιωτών, τα Ες Ες διέταξαν την πυρπόλησιν της πόλεως και τον φόνον 400 εκ των κατοίκων της.

Να πώς αφηγείται την τραγωδία του Κορωπιού μία αυτόπτης μάρτυς, Μαίρη Γκίκα – Ρομπόκου, εθελοντίς αδελφή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού:

“Είχε ξημερώσει η Κυριακή της 8ης Οκτωβρίου του '44. Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να φεύγουν από την Ελλάδα, φοβούμενοι να μην πιαστούν σαν ποντικοί από τα συμμαχικά στρατεύματα που νικηφόρα τώρα απελευθέρωναν την μία μετά την άλλην όλες τις σκλαβωμένες χώρες.

Το Κορωπί δοκίμαζε και αυτό με την σειρά του, όπως τόσες άλλες ελληνικές πόλεις και χωριά, την μεγάλη και ανέκφραστη χαρά της απελευθερώσεως. Οι Γερμανοί έφευγαν!

Ο κόσμος του χωριού αναθαρρούσε και εξεχύνετο εις τους δρόμους και την κεντρική πλατεία έτοιμος να εορτάση το ξεσκλάβωμά του. Είχε έρθει η ώρα η καλή κι ευλογημένη.

Κι όμως μας περίμενες η πιο μεγάλη τραγωδία. Πώς να το φανταστούμε πως ό,τι δεν επάθαμε στα τέσσερα χρόνια της κατοχής θα το παθαίναμε τώρα, στην παραμονή της απελευθερώσεως;

Το απόγευμα της Κυριακής στας 6 μ.μ. περίπου, η τελευταία μικρά ομάς Γερμανών που διέμενε σε ένα φυλάκιον του Υμηττού, απεχώρει και αυτή.

Τα αυτοκίνητα επί των οποίων είχαν επιβιβασθή διέσχισαν την δημοσίαν οδόν, και έφθασαν παρά την θέσιν Φούσα, όταν υπέστησαν την επίθεση 40 περίπου ενόπλων ανταρτών. Επηκολούθησε συμπλοκή, αποτέλεσμα της οποίας ήτο ο φόνος 4 Γερμανών.

Στο χωριό ακούμε τους πυροβολισμούς που ανταλλάσσονται. Μαθαίνομε περί τίνος πρόκειται και μαντεύουμε τί μπορούσε να γίνη. Οι κάτοικοι σπεύδουν να εγκαταλείψουν, όσοι ημπορούσαν, το Κορωπί. Άλλοι καταφεύγουν στα βουνά, στις χαράδρες και στις σπηλιές άλλοι. Κι ημάχη συνεχίζεται.

Οι Γερμανοί κυκλωμένοι από τους αντάρτες, ζητούν με φωτοβολίδες ενισχύσεις, που δεν άργησαν να φτάσουν. Τα ξημερώματα της Δευτέρας, 9 Οκτωβρίου, μια δύναμις των Ες Ες με θωρακισμένα αυτοκίνητα και τανκς ζώνει το χωριό και το δράμα αρχίζει.

Τα πολυβόλα και τ' αυτόματα κι οι χειροβομβίδες θερίζουν κάθε ζωντανή ύπαρξι πούχει μείνει στο Κορωπί. Κι επακολουθεί ο εμπρησμός των σπιτιών. Οι φλόγες καλύπτουν ολόκληρο το χωριό, που γίνεται ολοκαύτωμα. Οι Γερμανοί μένουν αλύπητοι μπροστά στο φοβερό δράμα.

Είχα μείνει το σπίτι μας, που έχει κατακλυσθεί από τους έως την στιγμή εκείνη κατωρθώσαντες να επιζήσουν. Σε μια στιγμή ακούμε τους Γερμανούς να πλησιάζουν. Νοιώθουμε τί μας περιμένει. Ο ένας κυττάει τον άλλον μηχανικά και κανείς δεν τολμάει να μιλήση. Τί να πη;

Η πόρτα κτυπιέται δυνατά και απότομα. Τρέχω ν' ανοίξω κι ευρίσκομαι μπροστά σε είκοσι Γερμανούς με προτεταμένα όπλα.

Μπαίνουν μέσα και ρίχνουν την εμπρηστική σκόνη στο τραπεζομάντηλο που δεν άρησε να πιάση φωτιά. Μια γυναίκα που ήταν δίπλα στο τραπέζι, αψηφώντας τους Γερμανούς, αρπάζει ό,τι πρόχειρο ηύρε μπροστά της και την σβύνει, ενώ εγώ συγκρατώ το χέρι του Γερμανού που με τον αναπτήρα ήθελε να ξανανάψη την φωτιά.

Με κοιτάζει βλοσυρά, αποτραβιέται και μια στιγμή και με ρωτάει: - Πού είναι ο πατέρας σου;

Του εξηγώ πως είνε γιατρός και λείπει αυτή τη στιγμή. Του εξηγώ ακόμη πως είνε άδικο να καούν τόσοι άνθρωποι που είνε εντελώς αθώοι και δεν φταίνε σε τίποτα για την τρέλλα των ανταρτών να κτυπήσουν τους Γερμανούς την ώρα που άφιναν ελεύθερο το χωριό μας.

-Θα γυρίσουμε. Νάναι εδώ τότε οι άνδρες.

Έφυγαν οι Γερμανοί για να πάνε στο απέναντι σπίτι που σε λίγα δευτερόλεπτα είχε ζωσθή στις φλόγες όπως και τα γύρω σπίτια. Δεν μένει τίποτα όρθιο. Ερήμωσις και καταστροφή παντού.

Η λύσσα των Γερμανών είναι αφάνταστη. Όποιον συναντούν στον δρόμο τον πολυβολούν. Κι έπειτα τον τεμαχίζουν με την ξιγολόγχη.

Άλλων βγάζουν τα μάτια κι άλλους τους ακρωτηριάζουν ζωντανούς κι έπειτα τους σφάζουν. Ούτε μπροστά στα βρέφη νοιώθουν κανένα συγκρατημό. Τ' αρπάζουν από την αγκαλιά της μάννας τους και τα κάνουν πυροτέχνημα.

Διαβάστε επίσης: Φωτογραφία – ντοκουμέντο: Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο Κορωπί τον Οκτώβριο του '44!

Σχηματίζουμε ένα πρόχειρο συνεργείο τρεις γιατροί που είχαν απομείνει, μια αδελφή του Πατριωτικού Ιδρύματος κι εγώ. Το θάρρος μας έχει εγκαταλείψει. Κινούμεθα αυτόματα αλλ' εν τούτοις συστηματικά.

Η πρώτη μας δουλειά είνε να μαζέψουμε τους τραυματίες μας και να τους προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες. Η δεύτερη να μαζέψουμε τους νεκρούς μας.

Με κόπο κατορθώνουμε να τους ανακαλύπτουμε και οι λίγοι άνθρωποι που είχαν μείνει δεν είνε αρκετοί να μας βοηθήσουν στην μεταφορά τους.

Ύστερα από πολλή φροντίδα εξοικονομούμε δύο κάρρα (δεδομένου ότι ο κόσμος φεύγοντας είχε πάρει μαζί του τα ζώα και ό,τι μεταφορικό μέσον υπήρχε) και η μακάβρια εργασία αρχίζει.

Τα πτώματα όμως είνε διεσπαρμένα εδώ κι εκεί κι η νύκτα αρχίζει να μας παίρνη. Ένα λαμπάκι μικρό μόλις μας φωτίζει να βλέπουμε μέσ' στα χαλάσματα.

Τέσσερις – τέσσερις, οκτώ – οκτώ να τους μεταφέρουμε παιδιά γιατί δεν προφθαίνουμε λέει ο γιατρός κι ένα δάκρυ αυλακώνει το πρόσωπό του. Οι γιατροί τους αναγνωρίζουν κι εγώ τους γράφω.

Οι λευκές στολές μας που περικλείουν εκεί μέσα το καθήκον δεν είνε αρκετές να μας δώσουν την ανάλογη ψυχραιμία. Σε κάθε αναγνώρισι των θυμάτων κυριαρχεί νέα συγκίνησις.

Είμαστε οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, οι γονείς, οι αδελφοί και οι νεκροθάφτες τους.

Στα χέρια μας τους φέρνουν οι δικοί τους και φεύγουν έντρομοι. Θα τους κλάψουν μακρυά, θα τους κλάψουν πιο πολύ, για πάντα. Τώρα δεν είναι κύριοι του εαυτού τους.

Το κακό όραμα της επαναλήψεως τους τρομάζει και οι Γερμανοί απείλησαν ότι θα ξαναγυρίσουν. Σήμερα είναι η μέρα των νεκρών”.

Να τώρα και ο απολογισμός σύμφωνα με τα στοιχεία της κοινότητος:
Πυρπολημένα σπίτια 440
Νεκροί 48
Τραυματίαι 32

Στο Κορωπί δεν υπάρχουν σήμερα παρά πένθη και ερείπια».


Η συγκλονιστική μαρτυρία της Μαίρης Γκίκα – Ρομπόκου, η οποία έζησε στιγμή προς στιγμή την τραγωδία δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρανόησης του τί ακριβώς και πώς συνέβη. Αλλά και ποιοί – εκτός από τους βάρβαρους κατακτητές – φέρουν την ευθύνη για την τραγωδία.

Εάν δεν υπήρχε ο ψευτοπαλληκαρισμός των ανταρτών του ΕΛΑΣ σίγουρα το Κορωπί θα είχε γλιτώσει.

Ποιά ήταν η Μαίρη Γκίκα – Ρομπόκου

mairi gika

Όπως αναφέρει ο κορυφαίος λαογράφος, ιστορικός και εικαστικός των Μεσογείων, Γιάννης Πρόφης η Μαίρη Αρ. Γκίκα γεννήθηκε στο Κορωπί το 1913 και απεβίωσε στην Αθήνα το 2001.

Ήταν κόρη του γιατρού και πρώτου κοινοτάρχη Κορωπίου Αριστείδη Γκίκα και της Αγλαΐας Ιερομνήμονος.

Τελείωσε το Γυμνάσιο Κορωπίου και γνώριζε τρεις ξένες γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Υπήρξε μέλος του Δ. Σ. του Λυκείου Ελληνίδων των Αθηνών.

Στις 9 Οκτωβρίου 1944, ημέρα που το Κορωπί έζησε το πιο δραματικό γεγονός της ιστορίας του, η Μαίρη Γκίκα μίλησε με απίστευτο θάρρος στον επικεφαλής του γερμανικού «Τάγματος Θανάτου» που μπήκε μαζί με άλλους στρατιώτες στο σπίτι της.

Του εξήγησε στη γερμανική γλώσσα, που γνώριζε πολύ καλά, ότι αυτοί που έκαναν την εναντίον τους επίθεση δεν ήσαν Κορωπιώτες και τον έπεισε να σταματήσει τις δολοφονίες και την πυρπόληση των σπιτιών. (Όπως και η ίδια γράφει, το ίδιο έπραξε και ο χημικός Δημητράκης Ιω. Στεργίου).

Μετά το μακελειό, μαζί με τον γιατρό πατέρα της, περιέθαλψε τους τραυματίες. Τα τραγικά αυτά γεγονότα περιγράφει στο βιβλίο της Οδοιπορικό Μνήμης (1998), στο κεφάλαιο με τίτλο «Η Φωτιά».

Για τις πράξεις αυτές τιμήθηκε με παράσημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας κ.α. Εκτός από το πιο πάνω βιβλίο, το οποίο διανθίζει με πολλά δικά της ποιήματα, εξέδωσε και το βιβλίο Η Αττική και η πολύτιμη γυναικεία φορεσιά της (1982).

Δείτε εδώ αντίτυπο της συγκεκριμένης σελίδας της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ» της 7ης Οκτωβρίου 1945.

Διαβάστε σχετικά: 73 χρόνια μετά το Κορωπί αποκτά τη δική του θέση στην Εθνική Ιστορία μας – Αυτή είναι η αλήθεια για το Ολοκαύτωμα της 9/10/1944! (Έγγραφα & Φωτός)

 

      Ακολουθήστε μας και στο twitter!     

 

Σχόλια