Ηχορύπανση: Η δεύτερη μεγαλύτερη περιβαλλοντική απειλή μετά την ατμοσφαιρική ρύπανση και τα κενά του νόμου!

  • Εκτύπωση
Αλλάξτε μέγεθος

ixoripansi apeili

Υπάρχουν περιοχές στην Ανατολική Αττική όπου η ηχορύπανση αποτελεί έναν καθημερινό, σχεδόν, εφιάλτη για τους κατοίκους τους.

Την ίδια ώρα που οι περισσότερες σχετικές μελέτες κάνουν αναφορά στα προβλήματα που δημιουργούνται από το είδος αυτό της περιβαλλοντικής ρύπανσης στη μεγάλη πόλη της Αθήνας, οι μη γνωρίζοντες πιστεύουν ότι αυτή δεν είναι δυνατόν να υπάρχει στις... ειδυλλιακές περιοχές των Μεσογείων.

Βέβαια οι αποδείξεις είναι εντελώς διαφορετικές όταν για παράδειγμα σε πολλές περιοχές του Κορωπίου οι κάτοικοί τους ζουν υπό καθεστώς... ηχητικής ομηρίας από ασυνείδητους.

Ή από την άλλη πλευρά τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τον θόρυβο που προκαλεί η κίνηση (προσγειώσεις και απογειώσεις) στο αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, στους κατοίκους περιοχών κυρίως της Αρτέμιδας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), η ηχορύπανση έρχεται δεύτερη στην κατάταξη επικινδυνότητας των περιβαλλοντικών απειλών για την υγεία μετά την ατμοσφαιρική ρύπανση.

Κατά τις εκτιμήσεις του ΠΟΥ, στη δυτική Ευρώπη χάνονται κάθε χρόνο συνολικά 1.000.000 υγιή έτη προσδόκιμης ζωής από κυκλοφοριακούς θορύβους!

Παρά τα διεθνή επιτρεπόμενα όρια ήχου (από τα 72 ντεσιμπέλ (dΒ) και έως τα 78 η κατάσταση χαρακτηρίζεται «σχεδόν ανεκτή», στα 79 και τα 80 «θορυβώδης» και στα 81 «απαράδεκτη»), αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις δεν καταφέρνουν ακόμη να διαχειριστούν την ηχορύπανσή τους.

Γίνεται σαφές ότι η συγκεκριμένη έρευνα δεν ακουμπά καθόλου την ηχορύπανση που προκαλείται από άλλους παράγοντες πέραν των κυκλοφοριακών αφού προφανώς οι επιστήμονες δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν πολίτες να προκαλούν εσκεμμένα τέτοιο πρόβλημα σε συμπολίτες τους.

Όμως οι επιπτώσεις της ηχορύπανσης είναι σαφείς ανεξαρτήτως από το πού προέρχονται!

Η οδηγία της ΕΕ

Η ευρωπαϊκή κοινοτική οδηγία 2002/49 δημιουργήθηκε ως κοινή βάση για το πρόβλημα του θορύβου σε όλη την Ευρώπη.

Η βασική απαίτησή της από τα μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας ήταν και παραμένει η κατάρτιση Στρατηγικών Χαρτών Θορύβου για κύριους δρόμους, σιδηροδρόμους, αερολιμένες και πολεοδομικές ενότητες, που χρησιμοποιούν τους εναρμονισμένους δείκτες θορύβου Lden (day-evening-night equivalent level - συνεχής ισοδύναμη στάθμη ήχου ημέρας, απογεύματος και νύχτας).

Στόχος των Χαρτών είναι χρησιμοποίησή τους υπέρ της αξιολόγησης του αριθμού των Ευρωπαίων που ενοχλούνται από τον θόρυβο και των οποίων ο ύπνος διαταράσσεται. Η Οδηγία δεν θέτει ανώτατα επιτρεπόμενα όρια θορύβου, ούτε περιγράφει τα μέτρα που πρέπει να εφαρμοσθούν στα προγράμματα δράσης.

Αυτά παραμένουν στην κρίση των αρμόδιων Αρχών των κρατών μελών.

Αλλά απαιτείται από αυτές τις Αρχές να καταρτίσουν προγράμματα δράσης για τη μείωση του θορύβου, όπου είναι απαραίτητο, ώστε να διατηρηθεί μια αποδεκτή ποιότητα του ακουστικού περιβάλλοντος.

Για μπούσουλα, την τελευταία 10ετία η ΕΕ προσδιόρισε ως ανώτατο όριο έκθεσης στον θόρυβο κατά τη διάρκεια της νυχτερινής ανάπαυσης τα 40dB και πρότεινε στα κράτη - μέλη να υιοθετήσουν ως άμεσο, ενδιάμεσο στόχο δράσης το όριο των 55dB.

Η ελληνική «άγνοια»

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μελέτες που να καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος εξαιτίας άλλων πηγών ηχορύπανσης πλην αυτών της κυκλοφορίας.

Ακόμη και κάποιες οι οποίες γίνονται από ανεξάρτητους φορείς φαίνεται να πέφτουν στο κενό αφού σε ότι αφορά την ηχορύπανση του αεροδρομίου η ίδια η διοίκησή του, παρουσιάζοντας δικές της μελέτες, θεωρεί ότι όλα βαίνουν καλώς αγνοώντας έτσι όλη την υπόλοιπη επιστημονική κοινότητα.

Η τοπική δημοτική αρχή φαίνεται να κωφεύει στις ενστάσεις συλλογικών φορέων που εκπροσωπούν τους πολίτες αφού επιθυμεί να διατηρεί αγαστές σχέσεις με τη διοίκηση του αεροδρομίου στο όνομα κάποιων αμφίβολης ποιότητας και ουσιαστικής ανταποδοτικότητας οφελών.

Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα των υψηλότερων σημείων της πόλης του Κορωπίου μάλλον θεωρείται άνευ ουσίας από τους επιστήμονες ώστε να καταγραφεί ο ηχητικός βομβαρδισμός που δέχονται οι κάτοικοί τους από παρακείμενο καταυλισμό Ρομά.

Μάλιστα όταν προσέφυγαν με την αρωγή και της δημοτικής αρχής στην αστυνομία η απάντηση ήταν ότι δεν υπάρχουν τα μέσα όχι μόνο για τη μέτρηση του θορύβου αλλά και για την αστυνομική παρέμβαση προς διευθέτηση του ζητήματος. Κάτι το οποίο οφείλεται και στο νομικό πλαίσιο που υπάρχει αφού η ηχορύπανση χαρακτηρίζεται πταίσμα και όχι περιβαλλοντικό αδίκημα.

Και βέβαια κανείς λόγος δεν γίνεται για την ηχορύπανση που προκαλεί η Αττική Οδός αν μάλιστα κρίνει κανείς από τα όσα δηλώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο επίκουρος καθηγητής του ΕΜΠ, Δρ Πολεοδόμος - Συγκοινωνιολόγος Μηχανικός και γ.γ. του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ευθ. Μπακογιάννης: «Σε έναν βασικό οδικό άξονα, όταν η κυκλοφορία των οχημάτων είναι περιορισμένη, μπορεί τα όρια της ηχορύπανσης να εμφανίζονται αυξημένα, ακριβώς επειδή τα τροχοφόρα αναπτύσσουν μεγαλύτερες ταχύτητες», αναφέρει χαρακτηριστικά φωτογραφίζοντας κατ' ουσία την Αττική Οδό.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι η συνολική και αποτελεσματική αντιμετώπιση του θορύβου στην Ελλάδα είναι ένα ακόμη ελλειμματικό πεδίο προσφοράς των κυβερνήσεων.

Αλλά, για την ακριβή ιστορική αλήθεια, η χώρα μας δεν είναι η μόνη στην Ευρώπη, που ανέκαθεν τοποθετούσε τη διαχείριση του θορύβου στις τελευταίες βαθμίδες του ενδιαφέροντος.

Κάθε χώρα που τρέχει καθυστερημένη να προλάβει τις συνέπειες του περιβαλλοντικού προβλήματος, είναι πίσω και στην αντιμετώπιση της ακουστικής απειλής.

Διότι ο ήχος είναι κομμάτι της προστασίας του περιβάλλοντος και η αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος των ευρωπαϊκών πόλεων εκτός από τη συρρίκνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, στοχεύει και στη μείωση της ηχορύπανσης.

«Είναι αλήθεια ότι το σκέλος της διαχείρισης του ήχου, παρότι εξαιρετικά σημαντικό σε μία χώρα με γενικά… θορυβώδεις πόλεις, όπως η Ελλάδα, δεν ήταν στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων. Ούτε πριν την κρίση, όταν το περιβαλλοντικό πρόβλημα δεν φαινόταν ακόμα απειλητικό και βεβαίως ούτε κατά τη διάρκειά της, οπότε οι κυβερνήσεις είχαν να αντιμετωπίσουν αμεσότερα προβλήματα από εκείνο του περιβάλλοντος» σημειώνει ο κ. Μπακογιάννης.

Σχόλια