Date2

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018 21:10:22

rss

αναζήτηση

makripano

Όταν η «Αυγή» του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούσε τον Μάνο Ελευθερίου για... παραλογοτεχνία επειδή είπε καλά λόγια για τον Ηλία Ψινάκη!

Αλλάξτε μέγεθος

psinelefth

Μια θετική φράση του μεγάλου Μάνου Ελευθερίου για την υποψηφιότητα του Ηλία Ψινάκη τον Νοέμβριο του 2010, είχε ξεσηκώσει τότε θύελλα αντιδράσεων από τον...προοδευτικό πνευματικό κόσμο της χώρας.

Πολλοί από αυτούς που σήμερα δηλώνουν τον άφατο πόνο τους για τον θάνατο ενός εκ των κορυφαίων ποιητών στιχουργών και πεζογράφων της σύγχρονης Ελλάδας, είχαν τότε διαρρήξει τα ιμάτιά τους για το... θράσος του Ελευθερίου να πει καλά λόγια για κάποιον όπως ο μετέπειτα δήμαρχος Μαραθώνα, Ηλίας Ψινάκης.

Τότε βέβαια, το 2010, ο Ηλίας Ψινάκης, είχε εκλεγεί πρώτος δημοτικός σύμβουλος της παράταξης Κακλαμάνη για τον Δήμο Αθηναίων και αυτό ο... προοδευτικός κόσμος το έφερε βαρέως!

Μάλιστα ο Μάνος Ελευθερίου είχε δεχθεί τα πυρά της εφημερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, της Αυγής, η οποία δια της πένας του Κώστα Βούλγαρη και με τον τίτλο «Η αριστοκρατικότητα της τέχνης και της αριστεράς» κατακεραύνωνε τον δημιουργό για την επιλογή του αυτή στο όνομα του Ηλία Ψινάκη!

Διαβάστε παρακάτω το πλήρες κείμενο της... καταδίκης τόσο του Μάνου Ελευθερίου όσο και της Κικής Δημουλά επειδή τόλμησαν να πουν καλά λόγια για τον Ηλία Ψινάκη:


«Με προεκλογικές δηλώσεις τους, ο στιχουργός και μυθιστοριογράφος Μάνος Ελευθερίου και η ποιήτρια Κική Δημουλά ετάχθησαν δημοσίως υπέρ της υποψηφιότητας του Ηλία Ψινάκη, ο οποίος, ως ήτο φυσικό, με τέτοια υποστήριξη, επρώτευσε εις τη σταυροδοσία στο συνδυασμό του κ. Κακλαμάνη, ενώ αν επρώτευε και ο συνδυασμός, ο πνευματώδης ανήρ ήτο βέβαιο ότι θα κατελάμβανε, αυτοδικαίως, τη θέση του Αντιδημάρχου επί θεμάτων Πολιτισμού.

Μετά όμως την (μη αναμενόμενη...) ήττα του συνδυασμού Κακλαμάνη, θα πρέπει να πάψουμε να ανησυχούμε. Η δημοκρατική και αισθητική τάξη απεκατεστάθη και μπορούμε πλέον να κοιμούμαστε ήσυχοι. Ο πολιτιστικός μας πολιτισμός δεν κινδυνεύει. Άλλωστε, το εγγυώνται η ποιότητα του έργου των δύο δημιουργών, του Μάνου Ελευθερίου και της Κικής Δημουλά.
Έτσι δεν είναι; Μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει το έργο τους; Ποιος θα τολμήσει κάτι τέτοιο, αφού αυτό έχει ήδη εγγραφεί με χρυσά γράμματα στις σελίδες του νεοελληνικού πολιτισμού; Ποιος έχει το κουράγιο να πάει κόντρα στην πάνδημη λαϊκή αποδοχή τού εν λόγω έργου; Με τι κουράγιο θα αρθρώσει τον αντιρρητικό λόγο του;

Επιπλέον δε, είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να συνδέσει τη δημόσια στάση ενός συγγραφέα με το έργο του; Εκατομμύρια σελίδες τυπωμένου χαρτιού χρειάστηκαν για να γίνει αυτή διάκριση. Είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να απαιτεί από έναν συγγραφέα, και εν γένει καλλιτέχνη, να έχει σαφή πολιτική τοποθέτηση, ακόμα και στις δημοτικές εκλογές; Άλλα τόσα εκατομμύρια σελίδων έχουν γραφεί για την «ελευθερία» του καλλιτέχνη. Και, τέλος πάντων, δεν παίζουν ρόλο οι διαπροσωπικές σχέσεις; Και, κυρίως, ο καλλιτέχνης δεν δικαιούται να έχει τη δικιά του, «προσωπική» γωνία θέασης των πολιτικών και κοινωνικών δρώμενων;

Να λοιπόν που όλα συνηγορούν υπέρ της ελευθερίας του λόγου και των προσωπικών πολιτικών προτιμήσεων των συγγραφέων, και δη του Ελευθερίου και της Δημουλά. Μάλιστα, είναι τόση μεγάλη η ισχύς αυτής της «ελευθερίας», που θα ήταν μάταια, και ιδεολογικά «ύποπτη», κάθε απόπειρα να εισαγάγει κάποιος και άλλες παραμέτρους για να εξηγήσει τη στάση των δύο συγγραφέων. Δηλαδή, παραμέτρους κοινωνικές, δημοσίων σχέσεων, καιροσκοπισμού και άλλες συναφείς.

Και το έργο τους; Δεν συνεχίζει να λάμπει; Αμαυρώθηκε, έστω και λίγο, από αυτή τη στάση τους; Δεν νομίζω. Άλλωστε, συνηθίζεται οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της «πολυσημίας» του έργου τους, να έχουν και μια «πολύσημη» δημόσια στάση. Π.χ., πριν από λίγο καιρό ο Ελευθερίου υπέγραφε υπέρ της Δημοκρατικής Αριστεράς, ενώ οι σχέσεις και επαφές της «αποστασιοποιημένης» ποιήτριας με τους εκάστοτε κυβερνώντες είναι παροιμιώδεις.

Ναι, αλλά η κοινωνία θα συνεχίζει να διαβάζει, να εκτιμά και να τιμά τον Ελευθερίου και τη Δημουλά. Έτσι είναι. Είμαστε όλοι συνένοχοι λοιπόν; Όχι, αλλά το μόνο που μπορώ να επικαλεστώ είναι πως εδώ, στις «Αναγνώσεις», στα οκτώ χρόνια που υπάρχουν, για τα πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του Μάνου Ελευθερίου δεν έχει γραφεί ούτε λέξη (καθ’ ότι πρόκειται για παραλογοτεχνία και κανείς συνεργάτης μας δεν προσφέρθηκε να κάνει και τη στοιχειωδέστερη κριτική...), ενώ για το όλο έργο και τα εκδοθέντα βιβλία της Κικής Δημουλά υπάρχει μόνο ένα, κι αυτό αντιρρητικό κείμενο, που αμφισβητεί ευθέως την ποιητική τους αξία.
Και τι έγινε; θα μπορούσε να πει κάποιος. Οι αναγνώστες, φυσικά και πολλοί αναγνώστες της Αυγής, τους διαβάζουν, και η κοινωνία τούς επιδαψιλεύει τιμές. Το δε έργο τους είναι τόσο σημαίνον, για τη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα, που η σιωπή κάποιων σελίδων είναι ασήμαντη. Ναι, έτσι είναι.

Ναι, έτσι θα ήταν, αν η συνθήκη της τέχνης ήταν «δημοκρατική». Η κυρία Λένα Μαντά (των 150.000 αντιτύπων για κάθε βιβλίο της) θα ήταν ήδη κάτοχος του Νόμπελ, και όχι η κ. Δημουλά, που επί έτη πολλά πασχίζει. Ο δε Μάνος Ελευθερίου θα έπρεπε, με τα τόσα πολυτραγουδισμένα στιχάκια του, να έχει ήδη ανακηρυχθεί ύπατος των ποιητών, έστω μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο δε κ. Ψινάκης θα δικαιούτο όχι τη θέση του Αντιδημάρχου Πολιτισμού, αλλά τον ίδιο το θώκο του Δημάρχου Αθηναίων, αφού αυτό επιτάσσουν τα νούμερα της τηλεθέασης και, όπως έλεγαν παλιά, «βοή λαού»...
Μόνο που η συνθήκη της τέχνης δεν είναι «δημοκρατική», αλλά αριστοκρατική, χωρίς εισαγωγικά. Ναι, λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες του Ελευθερίου και της Δημουλά, η καλλιτεχνική αξία του όποιου έργου τους δεν κρίνεται από τη δικιά σας αποδοχή, αλλά από τις κριτικές αποτιμήσεις του, και μάλιστα σε βάθος χρόνου. Η δικιά σας αποδοχή αποτελεί απλώς έναν δείκτη της νεοελληνικής ιδεολογίας, των αισθητικών προτιμήσεων της κοινωνίας στα χρόνια αυτά κλπ κλπ. Σίγουρα, δε, αυτή η αποδοχή θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας σχετικής διδακτορικής διατριβής, σε ένα Τμήμα Πολιτισμικών Σπουδών κάποιου Πανεπιστημίου. Και μιας ακόμη διατριβής, γιατί η δικιά σας αποδοχή συνιστά ένα ισχυρό τεκμήριο της σημερινής, γενικευμένης κρίσης της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ναι, αλλά οι σελίδες βιβλίου μιας εφημερίδας της αριστεράς, ακόμα κι αυτό εδώ το κείμενο, πώς μπορεί να αδιαφορούν για τη γνώμη της κοινωνίας, πόσο μάλλον να τη χλευάζουν; Μπορούν, αλλά η απάντηση δεν βρίσκεται στα πολιτικά κιτάπια αλλά μόνο στο χώρο της τέχνης. Ο φίλος μου πεζογράφος Τάσος Γουδέλης μου έλεγε προσφάτως ότι οι αριστεροί είναι εξ ορισμού εστέτ, η δε σχέση τους με την κοινωνία αριστοκρατική. Γιατί, απλούστατα, δεν αποδέχονται και δεν σέβονται την εικόνα που έχει η κοινωνία για τον εαυτό της, δεν την «εκφράζουν», όπως κάνουν οι άλλοι πολιτικοί χώροι, αλλά επιχειρούν να της αλλάξουν αυτή την εικόνα που έχει για τον εαυτό της...

Γι’ αυτό άλλωστε η σχέση της αριστεράς με την κοινωνία, άλλοτε ισχυρή άλλοτε αναιμική, είναι μια ποιοτικά διαφορετική πολιτική σχέση. Η σχέση της αριστεράς με την τέχνη; Ας το αφήσουμε... ίσως για μια άλλη φορά...».

Σχόλια